Διόνυσος

Ο Διόνυσος ήταν ένας από τους σημαντικούς μικρότερους θεούς. Ήταν ο θεός προστάτης του κρασιού, της διασκέδασης της βλάστησης και λατρευόταν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Μητέρα του ήταν η Σεμέλη και πατέρας του ο Δίας.

Η Σεμέλη ήταν η μικρότερη από τις τέσσερις κόρες του βασιλιά των Θηβών Κάδμου. Την Ινώ, τη μεγαλύτερη την πήρε γυναίκα του ο Αθάμας, βασιλιάς του Ορχομενού. Οι άλλες δύο ήταν η Αγάβη και η Αντινόη. Κάποια μέρα είδε ο Δίας την πανέμορφη Σεμέλη και την ερωτεύτηκε. Έτσι μεταμφιεζόταν πολύ συχνά σε θνητό, για να βρίσκεται στο παλάτι, κοντά στη Σεμέλη. Η Ήρα δεν άργησε να μάθει την απιστία του συζύγου της και όπως συνήθως σκαρφίστηκε ένα τέχνασμα για να την εκδικηθεί.

Μεταμφιέστηκε λοιπόν κι εκείνη σε θνητή, και πήγε να την βρει:

-Είσαι πολύ τυχερή, που σ’αγάπησε ο βασιλιάς των θεών. Αλήθεια, τον έχεις δει ποτέ σαν θεό;

Η Σεμέλη τον έβλεπε μόνο μεταμφιεσμένο σαν θνητό. «Όχι», απάντησε.

-Αν του ζητήσεις να εμφανιστεί μπροστά σου σαν θεός, σίγουρα δεν θα σου αρνηθεί, αν αγαπάει αληθινά. Αρκεί να του ζητήσεις νωρίτερα να σου ορκιστεί στα νερά της Στύγας, ότι θα σου εκπληρώσει την επιθυμία σου. Έτσι θα δεις κι εσύ με τα μάτια σου την θεϊκή του μεγαλοπρέπεια, που μόνο η γυναίκα του έχει την τιμή να βλέπει.

Η αθώα Σεμέλη πίστεψε τα λόγια της «άγνωστης» γυναίκας και την επόμενη ημέρα παρακάλεσε τον Δία, να της κάνει μια χάρη.

-Ότι θελήσεις, πες το και θα γίνει, υποσχέθηκε ο Δίας.

-Μου ορκίζεσαι στα ιερά νερά της Στύγας ότι θα κάνεις ότι ζητήσω;

-Σου ορκίζομαι, απάντησε ο Δίας, χωρίς να το καλοσκεφτεί.

-Θέλω για μια φορά να παρουσιαστείς σαν βασιλιάς των θεών που είσαι και όχι σαν θνητός!

Ο Δίας, τα έχασε με την επιθυμία της Σεμέλης. Μάταια προσπάθησε να της αλλάξει γνώμη.

-Μην ξεχνάς ότι μου ορκίστηκες στα νερά της Στύγας, του θύμισε εκείνη.


Ο Δίας, μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά, καθώς τον δέσμευε ο πανίσχυρος όρκος του, παρουσιάστηκε μπροστά της με όλη του την θεϊκή μεγαλοπρέπεια. Έλαμψε ολόκληρος με εκτυφλωτικό φως, με φλόγες και κεραυνούς να τον περιτριγυρίζουν. Οι φλόγες και η θερμότητα που εξέπεμπε δεν άργησαν να κάψουν ολόκληρο το παλάτι και να βάλουν φωτιά στην ίδια τη Σεμέλη, που λαμπάδιασε ολόκληρη, μην μπορώντας να αντέξει τη θέα του θεού Δία. Καθώς ξεψυχούσε η Σεμέλη, έξι μηνών έγκυος, γέννησε πρόωρα ένα μωράκι, που ο Δίας πρόλαβε και έβγαλε από τις φλόγες, έσκισε τον μηρό του και το έκρυψε εκεί μέσα για να το προστατέψει, μέχρι να ωριμάσει, για να έρθει στον κόσμο.

Το αγοράκι έμεινε μέσα στο μηρό του Δία για ακόμα τρεις μήνες, μέχρι που ο αρχηγός των θεών το έβγαλε στον κόσμο. Για να μην πέσει στα χέρια της Ήρας, ο Δίας έδωσε το μωρό στον Ερμή με εντολές να το πάει στην θεία του την Ινώ, για να το μεγαλώσει σαν κοριτσάκι.

Η Ήρα όμως κατάλαβε το τέχνασμα και για να εκδικηθεί την Ινώ , που δέχτηκε να αναθρέψει το μωρό, έκανε τον άντρα της Αθάμα, να χάσει τα λογικά του. Ο βασιλιάς μέσα στην τρέλα του όρμησε να σκοτώσει την Ινώ. Στην προσπάθειά του να τη σώσει, ο γιος τους ο Λέαρχος, δέχτηκε το δόρυ του πατέρα του στην καρδιά.

Η τραγική μητέρα, πήρε τον άλλο της γιο, τον Μελικάρτη και έτρεξαν μακριά για να σωθούν. Έφτασαν σε μια απόκρημνη ακρογιαλιά, με τον Αθάμαντα πίσω τους έτοιμο να τους καρφώσει με το δόρυ του. Μάνα και γιος έπεσαν στη θάλασσα, να πνιγούν. Για καλή τους τύχη τους έσωσαν νεράιδες του βυθού, που τους έκρυψαν στα υποβρύχια παλάτια τους.

Ο Δίας που τα είδε όλα από τον Όλυμπο, μεταμόρφωσε τον μικρό Διόνυσο σε κατσικάκι, ενώ έστειλε τον Ερμή να τον πάρει και να τον πάει σε μια μακρινή χώρα για να μεγαλώσει με ασφάλεια. Ο Ερμής πήρε τον μικρούλη Διόνυσο, ως κατσικάκι, και τον πήγε σ’ένα μακρινό βουνό της Ασίας, στην Νύσα, όπου τον παρέδωσε στις νύμφες της περιοχής, για να τον αναθρέψουν. Με τις νύμφες, που ήταν κόρες του Άτλαντα, εκεί μακριά μεγάλωσε ο Διόνυσος, χωρίς τον κίνδυνο από την εκδικητική μανία της Ήρας. Ο Δίας για να ανταμείψει τις νύμφες για τις υπηρεσίες τους, τις ανέβασε να λάμπουν σαν αστερισμός στον ουρανό με την ονομασία Υάδες.

Η Μανία του Διόνυσου

Όταν μεγάλωσε ο Διόνυσος έγινε ένας εύθυμος και όμορφος άντρας, που του άρεσε η διασκέδαση και η καλοπέραση. Ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε το κλήμα και έφτιαξε κρασί από τα σταφύλια. Με το κρασί έγινε πολύ αγαπητός, και ήθελε να φέρει τη χαρά της διασκέδασης σε όλον τον κόσμο.

Η ζηλιάρα Ήρα όμως έμαθε ότι ο γιος της Σεμέλης ζούσε και κατάφερε να τον βρει. Για να εκδικηθεί του έδωσε μια μανία, κι έτσι ο Διόνυσος άρχισε να περιφέρεται από μέρος σε μέρος, χωρίς να μπορεί να στεριώσει πουθενά και χωρίς να μπορεί να βρει τα λογικά του. Περιπλανήθηκε στην Αίγυπτο, όπου βασίλευε ο Πρωτέας, και στην Συρία. Στην Φρυγία τον λυπήθηκε η Ρέα που ήταν γιαγιά του και μητέρα της Ήρας. Η Ρέα τον πήρε υπό την προστασία της, τον γιάτρεψε, του έμαθε τα μυστήρια, που αργότερα θα έπαιρναν το όνομά του και του έδωσε για θεϊκή του στολή τη νεβρίδα (δηλαδή το δέρμα από νεαρό ελάφι).

Ο Διόνυσος συνέχισε τα ταξίδια του, προσπαθώντας να διαδώσει την καλλιέργεια του αμπελιού, το κρασί αλλά και τις δικές του τελετές στον υπόλοιπο κόσμο.

Σε ένα ταξίδι του βρέθηκε στην Αιτωλία όπου τον καλοδέχτηκε ο βασιλιάς Οινέας. Για να τον ανταποδώσει την φιλοξενία ο Διόνυσος του παρέδωσε το πρώτο κλίμα για να το φυτέψει. Και η Αττική όμως λέγεται ότι μπορεί να ήταν πρώτη στην καλλιέργεια του αμπελιού. Λένε δηλαδή ότι ο Διόνυσος παρέδωσε το πρώτο κλίμα και έμαθε το κρασί στον ήρωα Ικάριο. Εκείνος όμως κάποια φορά έδωσε κρασί σε κάτι βοσκούς που μέθυσαν και μέσα στη ζάλη τους τον σκότωσαν κατά λάθος. Την άλλη μέρα κατάλαβαν το έγκλημά τους, έθαψαν τον Ικάριο, αλλά τον βρήκε η σκύλα του η Μαίρα, το φανέρωσε στην κόρη του Ηριγόνη, που κρεμάστηκε από τη θλίψη της.

Ο Διόνυσος είχε φτιάξει έναν «στρατό» από γυναίκες που τον ακολουθούσαν και επειδή γίνονταν σαν μανιακές όταν μεθούσαν ονομάστηκαν Μαινάδες. Είχε μαζί του και τους σάτυρους με επικεφαλής τον Πάνα και τον Σειληνό. Όλοι τους ήταν στεφανωμένοι με κισσό και στα κοντάρια τους, που ονομάζονται θυρσοί είχαν τυλιγμένα κλωνάρια από κισσό. Με όπλα του πιθάρια και λαγήνια γεμάτα κρασί και τον στρατό των Μαινάδων και των Σατύρων, ο Διόνυσος διέδιδε τις τελετές του από τόπο σε τόπο.

Δεν τον έβλεπαν όλοι όμως με καλό μάτι, καθώς θεωρούσαν ότι ξελόγιαζε τις γυναίκες και τις έπαιρνε μαζί του στα βουνά. Για το λόγο αυτό όμως τιμωρούνταν από το θεό. Για παράδειγμα, οι κόρες του Προίτου, του βασιλιά της Τίρυνθας, όταν αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στις τελετές του, τρελάθηκαν και άρχισαν να περιφέρονται στην Αργολίδα και την Αρκαδία.

Οι κόρες του βασιλιά Μινύα, από τον βοιωτικό Ορχομενό, κλείστηκαν στο σπίτι τους, με τον αργαλειό, για να μην ακολουθήσουν τον Διόνυσο. Ξαφνικά τρελάθηκαν, όρμηξαν η μία να σκοτώσει το παιδί της άλλης και μετά ξεχύθηκαν στα βουνά όπου τελικά μεταμορφώθηκαν σε πουλιά. Όταν ο Διόνυσος και οι ακόλουθοί του βρέθηκαν στην Θράκη και κοντά στο Στρυμόνα, ο βασιλιά των Ηδωνών, Λυκούργος επιτέθηκε στο Διόνυσο με το στρατό του, και τους αιχμαλώτισε όλους εκτός από τον Διόνυσο που έπεσε στη θάλασσα και βρήκε καταφύγιο στο υποβρύχιο παλάτι του Νηρέα. Εκεί τον περιποιήθηκε η Θέτις και τον βοήθησε να ανακτήσει τις δυνάμεις του. Όταν συνήλθε ο Διόνυσος, έριξε σε μανία τον Λυκούργο, και με τη βοήθεια του κρασιού μέθυσε τους υπηκόους αρκετά ώστε να διασώσει τις Μαινάδες του.


Λατρεία του Διονύσου

Το όνομα Διόνυσος, προέρχεται από του «Διός και της Νύσης του όρους» ή Διός και νύσος=γιος.

Ο Διόνυσος ήταν θεός του κρασιού και γενικότερα της γονιμότητας και της βλάστησης, εκτός από τα δημητριακά, που προστατεύονται από την Δήμητρα. Στις αναπαραστάσεις του ο Διόνυσος πήγαινε μπροστά πάνω σε ένα άρμα που το έσερναν τίγρεις. Γύρω του προχωρούσαν οι θίασοι, δηλαδή τα τάγματα των μαινάδων, χτυπώντας κύμβαλα, χορεύοντας ξέφρενους χορούς. Πίσω από τον Διόνυσο πήγαινε ο Σειληνός, καβάλα στο γαϊδούρι του.

Ο Διόνυσος λατρευόταν στους Δελφούς τους τρεις χειμωνιάτικους μήνες, όταν ο αδελφός του ο Απόλλωνας έλειπε στους Υπερβόρειους. Τους μήνες αυτούς, στους Δελφούς ηχούσε ο διθύραμβος του Διονύσου, αντί για τον παιάνα του Απόλλωνα.

Διόνυσος και ΑριάδνηΌταν έφυγε ο Θησέας θριαμβευτής από την Κρήτη, έχοντας σκοτώσει τον Μινώταυρο, πήρε μαζί του την κόρη του Μίνωα Αριάδνη, για να την κάνει γυναίκα του. Λέγεται ότι όταν έφτασε στην Νάξο, αναγκάστηκε να την παραχωρήσει στον Διόνυσο που την ήθελε εκείνος να την κάνει νύφη του. Ωστόσο πιθανώς αυτός ο μύθος πλάστηκε από τους Αθηναίους για να καλύψουν το γεγονός ότι ο Θησέας παράτησε την Αριάδνη στο νησί για να μην τηρήσει την υπόσχεσή του να την κάνει γυναίκα του. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή του μύθου, στην Νάξο η Άρτεμη πρόλαβε και σκότωσε την Αριάδνη, προτού ο Θησέας ολοκληρώσει τον γάμο του με εκείνη. Μια άλλη ιστορία λέει πως ο Θησέας άφησε την Αριάδνη κοιμισμένη στην Νάξο επειδή αγαπούσε την κόρη του Πανοπέα, την Αίγλη ή επειδή τον πρόσταξε να φύγει η Αθηνά προκειμένου να βρει την Αριάδνη και να την παρηγορήσει αργότερα ο Διόνυσος.

mythologicon.blogspot.gr